Χριστουγεννιάτικες ιστορίες


ΔΩΡΟ ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟ
Της Ελένης Χουκ - Αποστολοπούλου

 Από το βιβλίο «Να τα πούμε; Να τα πείτε!»

Εδώ και πολλά χρόνια ο κόσμος γιόρταζε τα Χριστούγεννα με περισσότερη κατάνυξη. Σ' ένα μακρινό χωριό, λοιπόν, ο παπάς έκανε κάθε χρόνο μια φάτνη στη μέση της εκκλησίας, την παραμονή των Χριστουγέννων.
 Οι κάτοικοι πήγαιναν πρώτα πρώτα στην εκκλησία, για ν' ακούσουν τη θεία λειτουργία, γονάτιζαν κι άναβαν το κεράκι τους μπροστά στη φάτνη. Κάθε κεράκι έπρεπε να σβήσει από μόνο του, λιώνοντας σιγά σιγά, γι' αυτό γύρω από τη φάτνη ήταν αμέτρητα κεράκια, όσα και οι πιστοί, κι η εκκλησία λαμποκοπούσε κι έφεγγε σαν να ήταν ο ήλιος μέσα της. Όταν η λειτουργία τελείωνε, ο κόσμος πήγαινε στα γύρω κεντράκια, για να φάει και να πιει, να γλεντήσει τη χαρά του για τη γέννηση του Χριστού.
Οι χωριανοί άρχιζαν τις προετοιμασίες για τα Χριστούγεννα εβδομάδες πριν. Οι νοικοκυρές έψηναν κουλούρια, πίτες και γλυκά κι οι άντρες έβαφαν την πλατεία του χωριού, την εκκλησία και τα σπίτια τους. Ο παπάς με τα παιδιά του σχολείου και τους δασκάλους σκάλιζε τα ζώα της φάτνης στο ξύλο, τους τρεις μάγους, τους βοσκούς, το αστέρι, την Παναγία και το Χριστό.
 Το βράδυ της παραμονής όλα ήταν έτοιμα κι οι άνθρωποι ντυμένοι τα καλά τους πήγαιναν στην εκκλησιά κι άφηναν μπροστά στη φάτνη ένα δώρο για το Χριστό, ό,τι μπορούσε ο καθένας.
 Η Μαρία, που ήταν έξι χρονών, πήγαινε κι αυτή κάθε χρόνο με τους γονείς της στην εκκλησία κρατώντας το καλαθάκι με τα κουλούρια που είχε φτιάξει για το νεογέννητο Χριστό. Εκείνο το χρόνο, όμως, η μητέρα της αρρώστησε, κι ο πατέρας της ταξίδεψε σε μια μεγάλη πόλη για να βρει δουλειά και να τα βγάλει πέρα με τα φάρμακα και τα άλλα έξοδα. Ούτε δραχμή δεν τους περίσσευε, για ν' αγοράσουν δώρο στο Χριστό.
 Πώς να πάει στην εκκλησία η Μαρία με άδεια χέρια;
 Την ώρα που χτύπησαν οι καμπάνες, η Μαρία μπήκε δειλά δειλά στην εκκλησία και κρύφτηκε πίσω από μια κολόνα. Δεν ήθελε να τη δει κανείς με τα χέρια αδειανά. Οι άλλοι προσκυνούσαν το Χριστό, άναβαν το κεράκι τους και του πρόσφεραν το δώρο τους.
 Εκείνη γονάτισε κοιτάζοντας τη φάτνη από μακριά και ψιθύρισε:
     Αχ, Παναγίτσα μου, φέτος δε θα έρθω στη λειτουργία. Δεν έχω να χαρίσω τίποτε στο παιδί σου που γεννήθηκε. Η μητέρα μου αρρώστησε. Δεν έχουμε καθόλου χρήματα. Θα το εξηγήσεις στο Χριστό γιατί δεν του έφερα δώρο;
 Ο κόσμος είχε αρχίσει να ψάλλει μαζί με τον παπά το «Χριστός γεννάται σήμερον». Τα μάτια της Μαρίας θόλωσαν από τα δάκρυα, βγήκε από την κρυψώνα της κι έτρεξε προς το σπίτι της. Δεν είχε κάνει ούτε τρία βήματα, όταν άκουσε πίσω της μια φωνή να τη ρωτάει:
 -         Γιατί κλαις, κοριτσάκι μου, μια τέτοια χαρούμενη μέρα;
 Ήταν μια γριούλα με γλυκό πρόσωπο και μάτια γεμάτα καλοσύνη.
 -         Κλαίω, γιαγιάκα, γιατί δε μου περισσεύει ούτε μια δεκάρα, για ν' αγοράσω ένα δώρο στο Χριστό.
 -         Γι' αυτό κλαις, Μαρία; Ο Χριστός ευχαριστιέται και μόνο που τον σκέφτεσαι. Και μόνο που τον αγαπάς. Να, κοίταξε εκείνον το θάμνο με τα πράσινα φύλλα. Γιατί δεν κόβεις ένα μπουκέτο να του το πας;
 Το κορίτσι σταμάτησε τα κλάματα, έσκυψε, κι άρχισε να κόβει ένα μπουκέτο από κλαδιά. Έκοψε αρκετά, ώσπου η αγκαλιά της δε χωρούσε πια άλλα.
 -         Φτάνουν αυτά, γιαγιάκα; ρώτησε τη γριούλα κοιτάζοντας πίσω της, αλλά εκείνη είχε εξαφανιστεί.
 Η Μαρία με τα κλαδιά στην αγκαλιά της προχώρησε θαρρετά και μπήκε στην εκκλησία μ' ένα χαμόγελο αγαλλίασης. Όλα έλαμπαν στο φως των κεριών. Ο κόσμος έψελνε με κατάνυξη. Περπάτησε πάνω στο κόκκινο χαλί που απλωνόταν μπροστά στη φάτνη κι απόθεσε το δώρο της.
 -         Κοιτάτε αυτό το κοριτσάκι, είπε χαμηλόφωνα μια γυναίκα. Φέρνει κλαδιά από θάμνους στο Χριστό. Και μη χειρότερα.
 Όταν τελείωσε το τροπάριο ακούστηκαν ψίθυροι στην εκκλησία.
 -         Κοιτάξτε, κοιτάξτε τα κλαδιά των θάμνων!
Η Μαρία ήταν ακόμα γονατιστή με σταυρωμένα τα χέρια της. Ακούγοντας τις φωνές, σήκωσε το κεφάλι της τρομοκρατημένη και είδε τα κλαδιά, τα δικά της κλαδιά, να έχουν ανθίσει και να έχουν βγάλει κάτι όμορφα κόκκινα λουλούδια που έμοιαζαν με αστέρια.
 -         Μα τι έγινε;
 -         Θαύμα!
 -         Ήτανε θάμνοι κι έβγαλαν λουλούδια!
 Ο παπάς και το πλήθος γονάτισαν μπροστά στη φάτνη, δοξολογώντας το Χριστό γι' αυτό το ανεξήγητο φαινόμενο.
 Η γριούλα - ποια να 'ταν άραγε; - είχε δίκιο. Το δώρο που δίνεταιαπό την καρδιά είναι το πιο αξιόλογο δώρο. Τα φτωχά κλαδάκια ήταν το πιο σημαντικό δώρο που είχε πάρει ο Χριστός εκείνη τη μέρα ...
 Από τότε, κάθε χρόνο, τις μέρες των Χριστουγέννων, αυτοί οι θάμνοι ανθίζουν με τα αμέτρητα κόκκινα αστράκια τους, κι ο κόσμος τα ονομάζει «λουλούδια των Χριστουγέννων».
 Από το μακρινό εκείνο χωριό έφτασαν και στην πατρίδα μας κι ο κόσμος τα ονόμασε «Άστρα του Χριστού».



 ΔΩΡΟ ΣΤΟΝ ΑΪ ΒΑΣΙΛΗ

Της Μαρίας Γουμενοπούλου
 Από το βιβλίο «Να τα πούμε; Να τα πείτε!»

Παραμονές Πρωτοχρονιάς. Ο Θανασάκης, μέρες τώρα σκεφτόταν το γράμμα που έπρεπε να ετοιμάσει για τον Αϊ Βασίλη. Το είχε κάνει και πέρυσι αυτό και όταν έφτασε η νύχτα της Πρωτοχρονιάς, ο Αϊ Βασίλης, την ώρα που εκείνος κοιμόταν, ήρθε κι άφησε πλάι στο κρεβατάκι του το παιχνίδι που είχε ζητήσει: Ένα πανέμορφο αυτοκίνητο, ίδιο με τ' αληθινά. Με τιμόνι, με ρόδες, με καθίσματα. Τίποτα δεν του έλειπε.
 Φέτος ο Θανασάκης θα ζητήσει από τον Αϊ Βασίλη ένα καράβι. Του αρέσουν πολύ τα καράβια. Από το καλοκαίρι που ταξίδεψε και πήγε στο νησί με το καράβι, από τότε του μπήκε επιθυμία στην καρδιά του ν' αποκτήσει ένα καράβι δικό του.
 -         Μαμά, πότε θα γράψουμε το γράμμα στον Αϊ Βασίλη;
 -         Καλά που το θυμήθηκες, Θανασάκη, είπε εκείνη χαμογελώντας. Φέρε μολύβι και χαρτί, γιατί καθυστερήσαμε κιόλας. Δε μου είπες όμως τι δώρο θέλεις να σου φέρει ο Αϊ Βασίλης; Έχεις αποφασίσει;
-         Μαμά, λες να έχει καράβια ι Αϊ Βασίλης;
 -         Βεβαίως και έχει. Απ' όλα έχει για τα καλά παιδιά.
-         Μόνο για τα παιδιά; Για τον εαυτό του δεν έχει;
-         Μα τι θέλεις να πεις; Δεν καταλαβαίνω.
 -         Να, σκέφτομαι ότι αφού είναι τόσο πλούσιος ο Αϊ Βασίλης και δίνει δώρα στα παιδιά, θα έχει και για τον εαυτό του ό,τι επιθυμεί. Θα έχει, δηλαδή, δικό του αληθινό καράβι, αληθινό αυτοκίνητο, ίσως και ελικόπτερο.
 -         Όχι, όχι, κάνεις λάθος, Θανασάκη. Ο Αϊ Βασίλης δεν έχει τίποτε απ' όλα αυτά. Βλέπεις, όλα τα λεφτά τα χαλάει για τα παιδιά και ο ίδιος είναι φτωχός.
 Η μητέρα πήρε το χαρτί κι έγραψε το γράμμα του της υπαγόρευσε ο Θανάσης.
 "Σεβαστέ κι αγαπημένε μου Αϊ Βασίλη,
Είμαι ο Θανασάκης. Σε θυμάμαι πάντα με αγάπη. Φέτος θέλω να μου φέρεις ένα καράβι ..."
 Ο Θανασάκης σταμάτησε. Η μαμά του ρώτησε:
 -         Ναι; Τι καράβι θέλεις να γράψω;
 -         Τίποτα, τίποτα. Ένα καράβι.
 Ντράπηκε να πει το πιο μεγάλο καράβι που μπορούσε να γίνει. Αφού ο Αϊ Βασίλης δεν ήταν πλούσιος, ήταν ντροπή να ζητάει κανείς πολύ ακριβά δώρα.
 -         Ωραία, είπε η μητέρα. Έβαλε από κάτω το όνομα του παιδιού κι έκλεισε το φάκελο. Μόλις βγω έξω, πρόσθεσε, θα το ταχυδρομήσω.
 Τ' απόγευμα ο Θανασάκης με τη μητέρα του πήγαν στα ξαδελφάκια του, τη Λίνα και τον Πετρή.
-         Εμένα, μου είπε ο μπαμπάς μου πως φέτος θα μου φέρει ο Αϊ Βασίλης και κούκλα και κρεβατάκι, για να κοιμάται, και ηλεκτρικό πλυντήριο, είπε επάνω στην κουβέντα η Λίνα.
 -         Δεν του ζητάς και σαλονάκι και ηλεκτρική κουζίνα και σερβίτσια; θύμωσε ο Θανάσης.
 -         Κι εμένα θα μου φέρει τρένο ηλεκτρικό, και CD ROM, καμάρωσε ο Πετρής.
 -         Σαν πολλά δε ζητάς; Ρωτάς όμως πού θα τα βρει τόσα λεφτά ο καημένος ο Αϊ Βασίλης; Αν ήταν πλούσιος, θα είχε δικό του ελικόπτερο.
 -         Άκου το γιο σου, Μαίρη, είπε η μαμά των παιδιών στη μητέρα του Θανασάκη. Έχει ψυχούλα μάλαμα το παιδί.
 Πέρασαν οι μέρες. Ήρθε επιτέλους η παραμονή. Η κυρία Μαίρη, απορροφημένη από τις πολλές δουλειές της, δεν πρόσεξε το Θανασάκη που ήταν σκεφτικός εκείνη τη μέρα. Ούτε κι όταν τον βρήκε κλειδωμένο στο δωμάτιό του, σκέφτηκε να τον ρωτήσει γιατί κλείδωσε. Σαν βράδιασε, τον έλουσε, τον άλλαξε και τον έβαλε στο κρεβάτι του να κοιμηθεί. Μόλις όμως έσβησε το φως και βγήκε από το δωμάτιο, εκείνος πετάχτηκε επάνω, γύρισε την άκρη από το στρώμα του και τράβηξε από κάτω ένα κλειστό φάκελο. Τον τοποθέτησε πάνω στο κομοδίνο του κι ευχαριστημένος ξανάπεσε στο κρεβάτι.
 Όταν γύρισε από τη δουλειά ο πατέρας του, φορτωμένος με πακέτα, είπε στη γυναίκα του.
 -         Κοίταξε, Μαίρη. Λες ν' αρέσει το καράβι που έστειλε ο Αϊ Βασίλης στο γιο μας;
-         Είναι τρέλα, είπε εκείνη. Θα ενθουσιαστεί. Πάω να το βάλω στο κομοδίνο του να το δει μόλις ξυπνήσει.
 Μπαίνοντας στο δωμάτιο του παιδιού είδε τον κλεισμένο φάκελο. Με περιέργεια τον πήρε στα χέρια της και διάβασε:
 «Για τον Αϊ Βασίλη ...»
 -         Τι να του γράφει πάλι; αναρωτήθηκε και πηγαίνοντας στο σαλόνι έσκισε το φάκελο.
 Σκεφτείτε την έκπληξή της όταν έβγαλε από μέσα χίλιες εβδομήντα δραχμές, σε κατοστάρικα, πενηντάρικα, εικοσάρικα και δεκάρικα κι ένα χαρτάκι που έλεγε:
 «Είναι από τον κουμπαρά μου για ν' αγοράσεις ένα δικό σου ελικόπτερο».
 Γύρισε πίσω στο δωμάτιο του παιδιού, έσκυψε και το φίλησε στο μέτωπο. Ύστερα συγκινημένη μάζεψε από κάτω τα σπασμένα κομμάτια του πήλινου κουμπαρά, που ο Θανασάκης τον έσπασε για να κάνει δώρο στον Αϊ Βασίλη.   


Χριστούγεννα στη σπηλιά
 του Φώτη Κόντογλου

Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα και χιονιάς πάντα πάνε μαζί. Μα εκείνη τη χρονιά οι καιροί ήτανε φουρτουνιασμένοι παρά φύση. Χιόνι δέν έρριχνε. Μοναχά που η ατμόσφαιρα ήτανε θυμωμένη, και φυσούσανε σκληροί βοριάδες με χιονόνερο και μ' αστραπές. Καμμιά βδομάδα ο καιρός καλωσύνεψε και φυσούσε μια τραμουντάνα που
αρμενιζότανε. Μα την παραμονή τα κατσούφιασε. Την παραμονή από το πρωΐ ο ουρανός ήτανε μαύρος σαν μολύβι, κ' έπιασε κ' έρριχνε βελονιαστό χιονόνερο.
 Σε μια τοποθεσία που τη λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ένα μαντρί με γιδοπρόδατα, απάνω σε μια πλαγιά του βουνού που κοίταζε κατά το πέλαγο. το μέρος αυτό ήτανε άγριο κ' έρημο, γεμάτο αγριόπρινα, σκίνους και κουμαριές, που ήτανε κατακόκκινες από τα κούμαρα. το μαντρί ήτανε τριγυρισμένο με ξεροτρόχαλο .
 Οι τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σε μια σπηλιά που βρισκότανε παραμέσα και πιο ψηλά από τη μάντρα και που κοίταζε κατά τη νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, με τρία - τέσσερα χωρίσματα, κι αψηλή ως τρία μπόγια. Τα ζωντανά σταλιάζανε κάτω από τις χαμηλές σάγιες, που έσκυβες για να μπεις μέσα. Σωροί από κοπριά στεκόντανε εδώ κ' εκεί, και βγάζανε μια σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, το χώμα ήτανε σκουπισμένο και καθαρό, γιατί οι τσομπάνηδες ήτανε μερακλήδες, και βάζανε τα παιδιά και σκουπίζανε ταχτικά με κάτι σκούπες κανωμένες από αστοιβιές.
 Αρχιτσέλιγκας ήτανε ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, ένας άνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ανάμεσα στα γίδια και στα πρόβατα. Ήτανε μαύρος, μαλλιαρός, με γένεια μαύρα κόρακας, σγουρά και σφιχτά σαν του κριαριού. Φορούσε σαλβάρια κοντά ως το γόνατο, σελάχι στη μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριά τζεσμέδια στα ποδάρια του. το κεφάλι του το είχε τυλιγμένο μ' ένα μεγάλο μαντίλι σαν σαρίκι, κ' οι μαρχαμάδες [= τα κρόσια] κρεμόντανε στο πρόσωπό του. Αρχαίος άνθρωπος!
Είχε δυο παραγυιούς, τον Αλέξη και τον Δυσσέα, δυο παλληκαρόπουλα ως είκοσι χρονών. Είχε και τρία παιδιά, που τους βοηθούσανε στ' άρμεγμα και κοιτάζανε το μαντρί νά 'ναι καθαρό. Αυτές οι έξι ψυχές εζούσανε σε κείνο το μέρος, κρυφά από τον Θεό. Ανάρια βλέπανε άνθρωπο.
 Η σπηλιά ήτανε καπνισμένη κι ο βράχος είχε μαυρίσει ως απάνω από την καπνιά που έβγαινε από το στόμα της σπηλιάς. Εκεί μέσα είχανε τα γιατάκια τους, σαν μεντέρια, στρωμένα με προβιές. Στους τοίχους της σπηλιάς είχανε μπήξει παλούκια μέσα στις σκισμάδες του βράχου, και κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια και μαχαίρια, λες κ' ήτανε λημέρι των ληστών. Απ' έξω φυλάγανε οι σκύλοι, όλοι άγριοι σαν λύκοι.
 Η ακροθαλασσιά βρισκότανε ως ένα τσιγάρο απόσταση από τη μάντρα. Ήτανε έρημη, κι άλλο δεν ακουγότανε εκεί πέρα παρά μοναχά ο αγκομαχητός του πελάγου, μέρα - νύχτα.
Με τον βοριά απάγκιαζε, και καμμιά φορά πόδιζε κανένα καΐκι. Αλλιώς δεν έβλεπες βάρκα πουθενά. Από το μαντρί αγνάντευε κανένας το πέλαγο ανάμεσα στα δέντρα, και το μάτι ξεχώριζε καθαρά τα βουνά της Μυτιλήνης.
Την παραμονή τα Χριστούγεννα, είπαμε πως ο καιρός χάλασε, κι άρχισε να πέφτει χιονόνερο. Οι τσομπάνηδες είχανε μαζευτεί στη σπηλιά κι ανάψανε μια μεγάλη φωτιά και κουβεντιάζανε. Τα παιδιά είχανε σφάξει δυο αρνιά και τα γδέρνανε. Ο Αλέξης έβαλε απάνω σ' ένα ράφι μυτζήθρες και τυρί ανάλατο μέσα στα τυροβόλια, αγίζι και γιαούρτι. Ο Δυσσέας είχε μια παλιά Σύνοψη, κ' επειδή γνώριζε λίγο από ψαλτικά κ' ήξερε και πέντε γράμματα, διάβαζε τις Κυριακάδες κι όποτε ήτανε γιορτή κανένα τροπάρι και λιγοστά από τον Εξάψαλμο. Εκείνη την ώρα φυλλομετρούσε τη Σύνοψη, για να δει τι γράμματα ήτανε να πει.
 Θά 'τανε ώρα σπερινού. Κείνη την ώρα ακούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πως θά 'τανε τίποτα κυνηγοί. το ένα παιδί, που είχε πάγει να φέρει ξύλα με τον γάϊδαρο, είπε πως το πρωΐ είχε ακούσει τουφεκιές κατά την από μέσα θάλασσα, κατά την Άγια-Παρασκευή. Οι σκύλοι πιάσανε και γαβγίζανε όλοι μαζί και πεταχτήκανε όξω από τη μάντρα.
 Σε λίγο φανερωθήκανε από πάνω από τη σπηλιά δυό άνθρωποι με τουφέκια, και φωνάζανε τους τσομπάνηδες να μαζέψουνε τα σκυλιά, που χυμήξανε απάνω τους. Ο Σκούρης άφησε τους ανθρώπους κι άρπαξε ένα από τα ζαγάρια πού 'χανε οι κυνηγοί και το ξετίναζε να το πνίξει. Ο κυνηγός έρριξε απάνου του, και τα σκάγια τον πόνεσανε και γύρισε πίσω, μαζί με τ' άλλα μαντρόσκυλα, που πηγαίνανε πισώδρομα όσο κατεβαίνανε οι κυνηγοί. Τέλος πάντων, εβγήκε ο Μπαρμπάκος με τους άλλους και πιάσανε τον Σκούρη και τον δέσανε, διώξανε και τ' άλλα σκυλιά.
«Ώρα καλή, βρε παιδιά!» φώναξε ο Παναγής ο Καρδαμίτσας, ζωσμένος με τα φυσεγκλίκια, με το ταγάρι γεμάτο πουλιά.
 Ο άλλος, που ήτανε μαζί του, ήτανε ο γυιός του ο Δημητρός.
«Πολλά τα έτη!» αποκριθήκανε ο Μπαρμπάκος κ' η συντροφιά του. «Καλώς ορίσατε!»
Τους πήγανε στη σπηλιά.
«Μωρέ, τ' είν' εδώ; Παλάτι! Παλάτι με βασιλοπούλες!» είπε ο μπάρμπα-Παναγής, δείχνοντας τις μυτζήθρες που αχνίζανε.
 Τους βάλανε να καθήσουνε, τους κάνανε καφέ. Οι κυνηγοί είχανε κονιάκι. Κεραστήκανε.
«Βρε αδερφέ», έλεγε ο μπάρμπα-Παναγής, «ποιος να τό 'λεγε, χρονιάρα μέρα, πως θα κάνουμε Χριστούγεννα στο σπήλαιο που εγεννήθη ο Χριστός! Εχτές περάσαμε στην Άγια - Παρασκευή, να κυνηγήσουμε λίγο. Ε, δικός μας είναι ο ηγούμενος, κοιμηθήκαμε στο μοναστήρι, και σήμερα την αυγή βγήκαμε στο κυνήγι. Βλέποντας πως φουρτούνιασε ο καιρός, είπαμε πως δε θα μπορέσουμε να περάσουμε το μπουγάζι με τη σαπιόβαρκα του μπάρμπα-Μανώλη του Βασιλέ. Κ' επειδή ξέραμε απ' άλλη φορά το μαντρί, και με το κυνήγι πέσαμε σε τούτα τα σύνορα, είπαμε νά 'ρθουμε στ' αρχοντικό σας... Μωρέ, τι σκύλο έχετε; Αυτό είναι θηρίο, ασλάνι και καπλάνι!
Μπρε, μπρε, μπρε! το ζαγάρι το πετσόκοψε! Για κοίταξε τι χάλια το 'κανε!»
Και γύρισε σε μια γωνιά της σπηλιάς, που κλαμούριζε το σκυλί κ' έτρεμε σαν θερμιασμένο.
«Έλα δω, Φλοξ! Φλοξ!»
Μα η Φλοξ από την τρομάρα της τρύπωνε πιό βαθιά.
Άμα ήπιανε δυό-τρία κονιάκια, ο μπάρμπα-Παναγής άρχισε να μασά τα μουστάκια του, και στο τέλος έπιασε να τραγουδά:
 Καλήν εσπέραν, άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,
Χριστού την θείαν γέννησιν να πω στ' αρχοντικό σας.
 Ύστερα ο Δυσσέας έψαλε το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε».
Εκείνη την ώρα ακούσανε πάλι τα σκυλιά να γαβγίζουνε. Στείλανε τα παιδιά να δούνε τι είναι. Ο αγέρας είχε μπουρινιάσει κ' έρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο!
 Σε λίγο πάψανε τα σκυλιά, και γυρίσανε πίσω τα παιδιά. Από πίσω τους μπήκανε στη σπηλιά τρεις άντρες, που φαινόντανε πως ήτανε θαλασσινοί, και δυό καλόγεροι, βρεμένοι όλοι και ξυλιασμένοι απ' το κρύο. Τους καλωσορίσανε, τους βάλανε και καθήσανε.
 Μόλις πήγε κοντά στη φωτιά ο πρώτος, ο καπετάνιος, τον γνώρισε ο Μπαρμπάκος κ' έβγαλε μια χαρούμενη φωνή. Ήτανε ο καπετάν-Κωσταντής ο Μπιλικτσής, που ταξίδευε στην Πόλη. Είχε περάσει κι άλλη φορά από τη Σκρόφα, κ' είχανε δέσει φιλία με τον Μπαρμπάκο, που δεν ήξερε τι περιποίηση να τους κάνει. οι άλλοι δυό ήτανε γεμιτζήδες κι αυτοί, άνθρωποι του καϊκιού του.
Ο ένας από τους καλόγερους, ένας σωματώδης με μαύρα γένεια, ομορφάνθρωπος, ήτανε ο πάτερ-Σιλβέστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ο άλλος ήτανε λιγνός, με λίγες ανάριες τρίχες στο πηγούνι, σαν τον Άγιο Γιάννη τον Καλυβίτη. Τον λέγανε Αρσένιο Σγουρή.
Ο καπετάν-Κωσταντής ερχότανε από την Πόλη και πήρε στο καΐκι τον πάτερ-Σίλβεστρο, που είχε πάγει στην Πόλη από τ' Άγιον Όρος για ελέη, κ' ήθελε να κάνει Χριστούγεννα στην πατρίδα του. Ο πάτερ-Αρσένιος είχε ταξιδέψει μαζί του από τη Μονή του Παντοκράτορας στο Όρος, κ' ήτανε από τη Θεσσαλία.
 Ταξιδέψανε καλά. Μα σαν καβατζάρανε τον Κάβο-Μπαμπά, ο αγέρας μπουρίνιασε, κι όλη τη μέρα αρμενίζανε με μουδαρισμένα πανιά και με τον στάντζο, ως που φτάξανε κατά το βράδυ απ' έξω από το Ταλιάνι. Ο καιρός σκύλιαξε κι ο καπετάνιος δεν μπόρεσε να 'μπει στο μπουγάζι, να κάνουνε Χριστούγεννα στην πατρίδα.
Αποφάσισε λοιπόν να ποδίσει, και πήγε και φουντάρισε στ' απάγκειο, πίσω από έναν μικρόν κάβο, από κάτω από το μαντρί. Κ' επειδή θυμήθηκε τον φίλο του τον Μπαρμπάκο, πήρε τους γέροντες και τους δυο άλλους νοματέους και τραβήξανε για το αγίλι . Στο τσερνίκι είχανε αφήσει τον μπαρμπ' - Απόστολο με τον μούτσο.
 Σάν είδανε πως στη σπηλιά βρισκότανε κι ο κυρ-Παναγής με τον κυρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρά και φασαρία.
 «Μωρέ να δεις», έλεγε ο κυρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε το τροπάρι, κι απάνω που λέγαμε «εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες υπό αστέρος εδιδάσκοντο...», φτάξατε κ' εσείς οι μάγοι με τα δώρα! Γιατί βλέπω μια νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσόν και λίβανον»!
Χα! Χα! Χα!» - γελούσε δυνατά ο κυρ-Παναγής, μισομεθυσμένος και ψευδίζοντας, και χάϊδευε την κοιλιά του, γιατί ήτανε καλοφαγάς.
 Στο μεταξύ ο πάτερ - Αρσένιος ο Σγουρής ζωντάνεψε ο καϊμένος, κ' είπε σιγανά χαμογελώντας και τρίδοντας τα χέρια του:
 «Δόξα σοι ο θεός, Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, που μας ελύτρωσες εκ του κλύδωνος!» κ' έκανε τον σταυρό του.
 Ο πάτερ - Σίλβεστρος είπε να σηκωθούνε όρθιοι, κ' είπε λίγες ευχές, το «Χριστός γεννάται», κ' ύστερα με τη βροντερή φωνή του έψαλε:
«Μεγάλυνον, ψυχή μου, την τιμιωτέραν και ενδοξοτέραν των άνω στρατευμάτων.
 Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον. Ουρανόν το σπήλαιον, θρόνον χερουβικόν την Παρθένον, την φάτνην χωρίον, εν ω ανεκλίθη ο αχώρητος Χριστός ο Θεός, ον ανυμνούντες μεγαλύνομεν.»
 Ύστερα καθήσανε στο τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο και χαρούμενο δεν έγινε σε κανένα παλάτι. Τρώγανε και ψέλνανε. Και του πουλιού το γάλα είχε απάνω, από τα μοσκοβολημένα τ' αρνιά, τα τυριά, τα μανούρια, τις μυτζήθρες, τις μπεκάτσες και τ' άλλα πουλιά του κυνηγιού, ως τη λακέρδα και τ' άλλα τα πολίτικα που φέρανε οι θαλασσινοί, καθώς και κρασί μπρούσικο.
 Όξω φυσομανούσε ο χιονιάς, και βογγούσανε τα δέντρα κ' η θάλασσα από μακριά. Ανάμεσα στα βουΐσματα ακουγόντανε και τα κουδούνια από τα ζωντανά που αναχαράζανε. Μέσα από τη σπηλιά έβγαινε η κόκκινη αντιφεγγιά της φωτιάς μαζί με τις ψαλμωδίες και με τις χαρούμενες φωνές. Κι ο κυρ-Παναγής έκλεβε κάπου-κάπου λίγον ύπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ' ύστερα ξυπνούσε κ' έψελνε μαζί με τη συνοδεία.
 Αληθινά, από τη Γέννηση του Χριστού δεν έλειπε τίποτα. Όλα υπήρχανε: το σπήλαιο, οι ποιμένες, οι μάγοι με τα δώρα, κι ο ίδιος ο Χριστός ήτανε παρών με τους δύο μαθητές του, που ευλογούσανε «την βρώσιν και την πόσιν».


Χριστουγεννιάτικη Ιστορία

Είναι παραμονή Χριστουγέννων. Βράδυ και το κρύο έξω είναι τσουχτερό. Το χιόνι σαν άσπρο σεντόνι σκεπάζει τους δρόμους του χωριού και τα γύρω βουνά. Ο πατέρας και η μητέρα πήγαν στην εκκλησία. Τα παιδιά είναι λυπημένα, γιατί δεν πήγαν κι εκείνα. Τότε η γιαγιά, για να διώξει τη στενοχώρια των παιδιών, άρχισε να τους λέει τη χριστουγεννιάτικη ιστορία.
- Μια φορά, ξεκίνησε ένας φτωχός άνθρωπος από την καλύβα του να βρει φωτιά. Γύριζε από πόρτα σε πόρτα, χτυπούσε να του ανοίξουν κι έλεγε:
- Βοηθήστε με, καλοί μου άνθρωποι! Η γυναίκα μου γέννησε ένα παιδάκι... Πρέπει ν' ανάψω φωτιά, για να ζεστάνω κι αυτή και το μωρό. Μα ήταν νύχτα. Όλοι κοιμούνταν κλεισμένοι στα σπίτια τους και κανένας δεν έδινε απάντηση στα παρακάλια του. Ο άνθρωπος όλο και προχωρούσε και ξεμάκραινε από τη φτωχή του καλύβα.
Κάποτε είδε μακριά ένα μικρό φως. Όλος χαρά, πως θα 'βρισκε πια φωτιά, κίνησε κατά κει. Όταν πλησίασε, είδε πως ήταν μια μεγάλη φωτιά κι ολόγυρά της ήταν ξαπλωμένα ένα κοπάδι άσπρα πρόβατα.
Το κοπάδι το φύλαγε ένας γερο-βοσκός.
Κι ο άνθρωπος που χρειαζόταν τη φωτιά, πλησίασε τα πρόβατα και είδε, πως στα πόδια του βοσκού ήταν ξαπλωμένα τρία μεγάλα σκυλιά.
Όταν πλησίασε ο άνθρωπος τα σκυλιά, εκείνα ξύπνησαν κι άνοιξαν τα μεγάλα τους στόματα, για να γαβγίσουν. Μα η φωνή τους παράλυσε στο στόμα τους και κανένα γάβγισμα δεν τάραξε τη νυχτερινή ησυχία.
Τότε ο άνθρωπος είδε, πως ανασηκώθηκε η τρίχα τους, πως γυάλισαν τα δόντια τους και πως ρίχτηκαν επάνω του. Ένιωσε πως ένα σκυλί τον άρπαξε από τα γόνατα, τ' άλλο από το χέρι και το τρίτο κρεμάστηκε από το λαιμό του. Μα τα δόντια τους εμείνανε παράλυτα και τα σκυλιά χωρίς να του κάνουν κανένα κακό, τραβήχτηκαν.
Τότε ο άνθρωπος έκαμε να πλησιάσει στη φωτιά, μα τα πρόβατα στριμώχτηκαν το ένα κοντά στο άλλο, τόσο πολύ, που δεν είχε πού να πατήσει. Τότε κι αυτός άρχισε να πατάει στις πλάτες τους, μα κανένα από τα πρόβατα ούτε κουνήθηκε, ούτε ξύπνησε.
Τότε ο Γιαννάκης ρώτησε:
- Γιατί, γιαγιά, τα πρόβατα εξακολούθησαν ήσυχα τον ύπνο τους, αφού ξέρομε πόσο δειλά είναι;
- Έχε λίγη υπομονή και θα το μάθεις, είπε η γιαγιά κι εξακολούθησε τη διήγησή της:
- Όταν ο άνθρωπος αυτός πλησίασε σχεδόν τη φωτιά, ο βοσκός σήκωσε το κεφάλι του.
Ήταν ένας κατσουφιασμένος γέρος, παράξενος και σκληρός και μιλούσε απότομα σε όλους. Όταν είδε τον άγνωστο, που πλησίαζε, έριξε επάνω  του τη μακριά του γκλίτσα, που ήταν στην άκρη μυτερή. Μα η γκλίτσα λοξοδρόμησε κι έπεσε με πολύ κρότο στη γη, χωρίς να βλάψει τον  άγνωστο.
Η γιαγιά ήθελε να εξακολουθήσει, μα ο Κωστάκης τώρα με την αράδα του τη ρώτησε:
- Μα γιατί, γιαγιά, δεν τον πέτυχε η γκλίτσα; Μα η γιαγιά, χωρίς να προσέξει την ερώτηση του Κωστάκη, εξακολούθησε:
- Τότε ο άγνωστος πλησίασε το βοσκό και του είπε:
- Καλέ μου άνθρωπε, βοήθησέ με και δώσε μου λίγη φωτιά. Η γυναίκα μου γέννησε και πρέπει ν' ανάψω φωτιά να ζεσταθεί κι αυτή και το μωρό.
Ο βοσκός θέλησε να του αρνηθεί. Θυμήθηκε όμως, πως τα σκυλιά δεν μπόρεσαν να τον δαγκώσουν, τα πρόβατα δεν τον φοβήθηκαν και δεν  σκορπίστηκαν και πως η μαγκούρα του δεν τον πέτυχε και δείλιασε. Δεν τόλμησε λοιπόν να αρνηθεί στον άγνωστο.
- Πqρε όση φωτιά θέλεις! είπε ο βοσκός.
Μα η φωτιά είχε χωνέψει πια και δεν είχε κανένα μακρύ ξύλο ή κλαδί. Ήταν μονάχα ένας μεγάλος σωρός από αναμμένα κάρβουνα. Και ο άγνωστος δεν είχε ούτε φτυάρι, ούτε κανέναν τενεκέ, ούτε τίποτ' άλλο, για να τα βάλει και να τα πάει σπίτι του.
Ο βοσκός, που το 'νιωσε αυτό, του ξαναείπε:
- Πάρε όση φωτιά θέλεις και από μέσα του χαιρόταν, πως δε θα μπορέσει να πάρει φωτιά.
Μα ο άγνωστος έσκυψε, παραμέρισε με το χέρι του τη στάχτη από τα κάρβουνα, ύστερα ανασήκωσε την άκρη από το φόρεμά του και τα 'βαλε  εκεί. Τι περίεργο όμως! Τα κάρβουνα, ούτε τα χέρια του έκαιγαν, όταν τα 'πιανε, ούτε τώρα το φόρεμά του. Τα πήγαινε σπίτι του, σαν να μην  ήταν αναμμένα κάρβουνα, αλλά μήλα ή καρύδια.
Εδώ για τρίτη φορά τα παιδιά ρώτησαν τη γιαγιά:
- Μα γιατί, γιαγιά, δεν τον έκαψαν τα κάρβουνα;
- Τώρα θα δείτε γιατί, περιμένετε! Είπε η γιαγιά κι εξακολούθησε.
Όταν είδε αυτά ο κακός βοσκός, απόρησε.
- Μα τι νύχτα είναι αυτή, συλλογίστηκε, που τ' αγριόσκυλα δε δαγκώνουν, τα πρόβατα δεν τρομάζουν, η γκλίτσα δεν πληγώνει και τα κάρβουνα  δεν καίνε;
Σταμάτησε τον άγνωστο και τον ρώτησε:
- Τι νύχτα είναι η σημερινή και γιατί όλα έχουν τόση καλοσύνη για σένα;
- Αν δεν το βλέπεις μόνος σου, δεν μπορώ εγώ να σου εξηγήσω, αποκρίθηκε ο άγνωστος, και τράβηξε το δρόμο του, για να προφτάσει να  ζεστάνει τη γυναίκα του και το βρέφος.
Ο βοσκός αποφάσισε ν' ακολουθήσει τον άγνωστο και να μάθει τι σημαίνουν όλα αυτά. Πήγαινε λοιπόν από πίσω του, ώσπου ο άγνωστος έφτασε στην καλύβα του.
Είδε τότε ο βοσκός, πως ο άνθρωπος αυτός δεν είχε ούτε καλύβα και πως η γυναίκα του και το μωρό ήταν ξαπλωμένοι μέσα σε μια γυμνή σπηλιά, που δεν είχε τίποτ' άλλο από τους τέσσερις γυμνούς τοίχους. Ο βοσκός σκέφτηκε τότε, πως το μικρό και αθώο βρέφος θα πάγωνε μέσα στη  σπηλιά κι αν και η καρδιά του ήταν σκληρή, το λυπήθηκε. Ξεκρέμασε τότε το σακούλι, που είχε κρεμασμένο στον ώμο του, έβγαλε μια κάτασπρη μαλακή προβιά και την έδωσε στον άγνωστο να τη στρώσει κάτω από το παιδάκι.
Εκείνη τη στιγμή, που αυτός ο σκληρός άνθρωπος ένιωσε συμπόνια για τους άλλους ανθρώπους κι έκαμε μιαν ελεημοσύνη, άνοιξαν τα μάτια του. Είδε αυτά, που πριν δεν μπορούσε να δει κι άκουσε εκείνο, που πριν δεν μπορούσε ν' ακούσει.
Είδε, πως ολόγυρα ήταν άγγελοι μ' ασημένιες φτερούγες και πως στα χέρια τους κρατούσαν κιθάρες. Κι άκουσε που έψαλλαν, πως τη νύχτα εκείνη γεννήθηκε ο Σωτήρας του κόσμου.
Τότε κατάλαβε ο βοσκός, γιατί τη νύχτα εκείνη δεν μπορούσε κανένας να κάμει κακό στον άγνωστο.
Έπειτα είδε ο βοσκός, πως άγγελοι ήταν παντού. Κάθονταν στη σπηλιά, κατέβαιναν απ' το βουνό, πετούσαν στον ουρανό, περπατούσαν πολλοί μαζί στους δρόμους, σταματούσαν στην είσοδο της σπηλιάς και κοίταζαν το βρέφος. Παντού ήταν σκορπισμένη η χαρά, το τραγούδι και μια  λεπτή ψαλμωδία. Κι όταν ο βοσκός στη σκοτεινή εκείνη νύχτα είδε κι
άκουσε, όσα πριν ούτε έβλεπε ούτε άκουε, ένιωσε μεγάλη χαρά που άνοιξαν  τα μάτια του και γονάτισε κι ευχαρίστησε το Θεό.
Τότε κι ο Γιαννάκης, που η γιαγιά πια σταμάτησε τη διήγησή της, είπε:
- Τώρα, γιαγιά, κατάλαβα κι εγώ, γιατί εκείνη τη νύχτα τα σκυλιά δε δαγκωναν, τα πρόβατα δεν ξυπνούσαν από το φόβο τους, η γκλίτσα δεν πλήγωνε και τα κάρβουνα δεν έκαιγαν. Είχαν όλα την καλοσύνη του Χριστούλη μας, γιατί το μωρό, που γεννήθηκε εκείνη τη νύχτα, ήταν ο  Χριστός! Ε, γιαγιάκα;
- Ναι, παιδάκια μου, είπε η γιαγιά και φίλησε τα εγγονάκια της. Ελάτε τώρα και σεις στα κρεβατάκια σας να κοιμηθείτε.

Πηγή : Αναγνωστικό Β' Δημοτικού 1948

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου