Αθιβολές Νίκου Καζαντζάκη


α) Ένας βοσκός από τ' Ανώγια, άγριο πετροχώρι στην πλαγιά του Ψηλορείτη, άκουγε τους χωριανούς του να του δηγούνται σημεία και τέρατα για το Μεγάλο Κάστρο (σ.σ. Ηράκλειο). Στην πολιτεία αυτή, λέει, βρίσκεις όλα τ' αγαθά του κόσμου: κουκιά με τη σέσουλα, παστό μπακαλιάρο τσουβάλια, βαρέλια τις σαρδέλες και τις καπνιστές ρέγγες‡ κι ακόμα μαγαζιά τίγκα στιβάνια, κι άλλα που πουλούν τουφέκια όσα θες, σουγιάδες, μαχαίρια και μπαρούτη‡ κι άλλα που κάθε πρωί ξεφουρνίζουν, φουρνιές φουρνιές, άσπρο ψωμί, φραντζόλα. Κι έχει, λέει, ακόμα, σαν βραδιάσει, γυναίκες που δε σε σκοτώνουν, σαν τις Κρητικοπούλες, αν τις αγγίξεις, κι είναι το κρέας τους άσπρο και νόστιμο σαν τη φραντζόλα.
Όλα ετούτα τα θάματα τ' άκουγε ο βοσκός, τα σάλια του έτρεχαν, και το Μεγάλο Κάστρο έλαμπε στη φαντασιά του σαν κρητικός παράδεισος, γεμάτος μπακαλιάρο, τουφέκια και γυναίκες. Άκουγε, άκουγε, κι ένα μεσημέρι πια δε βάσταξε, έζωσε σφιχτά το φαρδύ ζωνάρι του, ανακρέμασε στην πλάτη του την πιο καλή, την ξομπλιαστή του βούργια, φούχτωσε το βοσκοράβδι του και ροβόλησε από τον Ψηλορείτη. Σε λίγες ώρες αντίκρισε το Μεγάλο Κάστρο‡ ήταν ακόμα μέρα κι η καστρόπορτα ήταν ανοιχτή. Ο βοσκός στάθηκε στο κατώφλι‡ μια δρασκελιά, και θα 'μπαινε στον παράδεισο. Μα ξαφνικά η ψυχή του τινάχτηκε‡ σαν να 'νιωσε η ψυχή αυτή πως η πεθυμιά την είχε καβαλήσει, πως δεν έκανε πια ότι ήθελε, δεν ήταν λεύτερη· ντράπηκε. Ζάρωσε ο Κρητικός τα φρύδια, τον πήρε το φιλότιμο.
Θέλω μπαίνω, θέλω δεν μπαίνω, είπε‡ δεν μπαίνω!
Γύρισε τη ράχη του στο Κάστρο και πήρε δρόμο πίσω κατά το βουνό.

β) Σ' ένα άλλο χωριό της Κρήτης, στα Λευκά Όρη, Ένας όμορφος λεβέντης πέθανε, κι οι τέσσερις καλύτεροί του φίλοι σηκώθηκαν.
- Πάμε να τον ξενυχτίσουμε, είπαν, ν' αλαφρώσουμε τις γυναίκες από το μοιρολόι;
- Πάμε, έκαμαν όλοι με πνιμένη φωνή.
Ήταν το καλύτερο πολικάρι του χωριού, είκοσι χρονών, κι ο θάνατός του ήταν μαχαιριά στην καρδιά τους.
- Ίντα λέτε, μωρέ κοπέλια; είπε ένας‡ μου 'φεραν σήμερα μια ρακή. Μουρνόρακη, που και νεκρούς ανασταίνει να γεμίσω μια μπουκάλα να την κρατώ;
- Και μένα σήμερα η κερά μου ξεφούρνισε‡ να πάρω δυο τρεις κριθαροκουλούρες μαζί μου;
- Κι εγώ έχω ακόμα λουκάνικα χοιρινά‡ να κρατώ καμιά οργιά;
- Εγώ θα φέρω τα ποτήρια, είπε ο τέταρτος‡ και δυο τρία αγγούρια δροσιστικά.
Πήρε καθένας την κουμάνια του, την έχωσε κάτω από το κοντό τσόχινο καπότο του και βράδυ πια μπήκαν κι οι τέσσερις στο σπίτι του πεθαμένου.
Ο νεκρός, στολισμένος με βασιλικούς και μαντζουράνες, ήταν ξαπλωμένος στην κάσα του, απάνω σε στρίποδα, στη μέση του σπιτιού, με τα πόδια κατά την πόρτα‡ γύρα του οι γυναίκες μοιρολογιούνταν.
- Αντέστε να κοιμηθείτε, γυναίκες, είπαν οι φίλοι καλησπερίζοντας‡ εμείς θα τον ξενυχτίσουμε.
Μπήκαν οι γυναίκες μέσα, μαντάλωσαν τις πόρτες. Οι φίλοι ζύγωσαν τα σκαμνιά, απίθωσαν τη ρακή και τους μεζέδες στα πόδια τους και κοίταζαν με βουρκωμένα μάτια το νεκρό. Δε μιλούσαν. Πέρασε μισή ώρα, πέρασε μια ώρα. Τέλος ένας σήκωσε τα μάτια από το νεκρό.
- Ίντα λέτε, μωρέ κοπέλια, πίνουμε μια;
- Αμ' τί; πεθαμένοι είμαστε; πίνουμε! αποκρίθηκαν όλοι. Έσκυψαν, σήκωσαν τους μεζέδες, ένας άναψε ένα χαρτί. Έψησε τα λουκάνικα. Μοσκομύρισε η νεκροκάμαρα. Γέμισαν τα ποτήρια, τ' αγκάλιασαν μέσα στις φούχτες, για να μην ακούγουνται, και σκούντρηξαν.
- Ο Θεός να τον εσυχωρέσει‡ και στα δικά μας!
- Και στα δικά μας‡ ο Θεός να τον εσυχωρέσει!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου