Το κορίτσι με το ακορντεόν Του Δημήτρη Θεοδοσάκη


Τα προπέρσινα Χριστούγεννα, με χλιδή και σπατάλη τα γιόρτασε στο σπίτι του ο Μανώλης της Καντίκως ή Μανωλάκης όπως πολλοί τον έλεγαν.Έκαμε ρεβεγιόν κάλεσε φίλους και δικούς και μαζί με τη φαμελιά του γοργό σαράντα ανθρώπους τραπέζωσε. Η γυναίκα του η Χαρούλα, ομορφούλα και παιγνιδιάρα, είχε στολίσει με ένα σωρό στολίδια των ημερών το σπίτι τους, ετοίμασε πολλά φαγητά και γλυκά, στριμώξανε τα έπιπλα τους σε μια γωνιά για να χωρέσουνε. Ξημερώματα των Χριστουγέννων, με το πρωινό καμπανολάλημα, γλεντισμένοι και ξενυχτισμένοι, ευχηθήκανε καλά Χριστούγεννα και έδωσαν ραντεβού το βράδυ να συνεχίσουν το φαγοπότι, τους είχαν μείνει ένα σωρό φαγητά, ποτά και γλυκά.
Ψωνίζανε με πιστωτικές κάρτες, τίποτα να μην τους λείψει, ζούσανε σε μια ψεύτικη καταναλωτική ευτυχία που πιστεύανε πως δεν έχει τέλος. Δεν μπορούσαν να φανταστούνε τη δυστυχία που θα τους έβρισκε τις φετινές γιορτές. Από τους πρώτους που χτύπησε η οικονομική κρίση ήταν ο Μανωλάκης. Από τις αρχές του περασμένου Φλεβάρη σε ηλικία πενήντα τριών χρόνων βρέθηκε χωρίς δουλειά. Στην αρχή όλο και ήλπιζε πως κάπου θα έβρισκε δουλειά μα όσες πόρτες κι αν χτύπησε καμιά δεν άνοιξε, οι εργοδότες τον έβρισκαν μεγάλο, προτιμούσαν νεότερους που θα τους έβγαζαν περισσότερη δουλειά και με λιγότερα λεφτά. Μα τα έξοδα έτρεχαν, οι απλήρωτες δόσεις του στεγαστικού δανείου, από τον πρώτο καιρό ξοδέψανε τις μικροοικονομίες τους, μείνανε θεόφτωχοι και συχνά έλεγε.
-Άχρηστος νιώθω μωρή Καλλιώ ετσά που πάντωκα, να μην μπορώ να προσφέρω τίποτα στη φαμελιά.
-Μη στενοχωράσαι και δε χρωστούμε μόνο εμείς, όλος ο κόσμος χρωστεί μα και δεν είσαι ο μόνος που έχασε τη δουλειά του, υπομονή θα κάνομε, έλεγε η γυναίκα του για να τον παρηγορήσει.
Άνεργος, δίχως να έχει κάπου να απασχολεί το μυαλό του, ξεφύλλιζε το παρελθόν! Έκρινε, αναθεωρούσε τα πράγματα, έβγανε λάθος την πορεία της ζωής του και συλλόγιζότανε. Πώς θα αντέξω τη συμφορά να δω να μου πάρουνε το σπίτι, να πετάξουνε στο δρόμο τόσο εμένα όσο και τα κακορίζικα τα κοπέλια μου. Δεν μπορούσε μηδέ την υποκριτική λύπηση, μηδέ τη χαιρεκακία του κόσμου. Μετάνιωνε που δεν έμεινε στο χωριό μόνο ήρθε στην πολιτεία για μια καλύτερη ζωή και τώρα τα έχασε όλα. Ανεστορούντανε πως μόλις απολύθηκε από το στρατό και γύρισε στο χωριό του, κάνανε πολλά οικογενειακά συμβούλια και τέλος τον πείσανε να πάει στην πολιτεία να ζήσει.
-Γιε μου, καλλιά να σε φάει η χειρότερη πολιτεία παρά το καλύτερο χωριό.
-Κι είντα δουλειά θα βρω να κάνω στην πολιτεία;
-Τόσα χρόνια όλη μας η φαμελιά ψηφούμε το ίδιο κόμμα και τον ίδιο βουλευτή, ποτέ δεν του ζητήσαμε πράμα, θα του ζητήξομε τώρα να σε διορίσει σε μια θέση, μα δεν είναι καλύτεροί σου οι άλλοι που διορίζουνε.Έχεις τελειώσει το λύκειο, δικαιούσαι και συ μια θέση, ανέ θέλει να του δίνομε το ψήφο μας.
Με σπασμένους τους συναισθηματικούς δεσμούς, μίσεψε για την πολιτεία, αναζητώντας το όνειρο μιας καλύτερης ζωής. Μέχρι να βρει την καρέκλα του δημοσίου που αναζητούσε, έπιασε δουλειά σε ένα μαγαζί πληρωνότανε καλά και βολεύτηκε. Απάνω στα δυο χρόνια, τον διορίσανε κλητήρα και επειδή οι παράδες ήταν λίγοι παράτησε τη θέση του και ξαναγύρισε εμποροϋπάλληλος.
Με τη δουλειά του και με αγαθόκαλα του χωριού πορευότανε καλά στην Χώρα.
Στην αρχή νοσταλγούσε, μοιραζότανε η καρδιά του αναμεσώς χωριό και πόλης. Όσο περνούσαν τα χρόνια η φαμίλια του ριζοβλάστανε στην πολιτεία, οι δικοί του είχανε φύγει από το χωριό, οι γονέοι του είχανε συχωρεθεί, το χωριό είχε ερημώσει και κανείς πια δεν τους περίμενε στη γενέθλια γη. Τέλος, του έμεινε μια νοσταλγία για το χωριό και μια βαθιά αγάπη για την πολιτεία. Τόσο πολύ είχε αγαπήσει την πόλη που λίγες μέρες να πήγαινε στο χωριό, μόλις γύριζε και έφτανε στο έμπα της πόλης έλεγε. «Από δω και πέρα κινά ο πολιτισμός». Μα κι όταν πήγαινε σε άλλες πόλεις, όταν επέστρεφε στο ανέδιασμα από ψηλά που έβλεπε την πόλη του έλεγε. «Αγαπημένη μου πολιτεία με καμιά πολιτεία του κόσμου δεν σε αλλάσσω, μονάχα εσένα αγαπώ», συχνά έλεγε. «Χωρίς το χωριό, μπορώ να ζήσω, μα δίχως τη πόλη δεν μπορώ». Εμένα τώρα πια, πατρίδα μου είναι η πολιτεία που ζω. Πιο πολλά χρόνια έχω ζήσει στην πόλη από το χωριό.
-Γυναίκα, εμείς, που γεννηθήκαμε κι ανατραφήκαμε στο χωριό, δε μας αρέσει πια, πώς θέμε τα κοπέλια μας να μνημονεύουνε το χωριό;
-Τα κοπέλια μας δεν τα πηγαίναμε στα μικράτα τους στο χωριό και μηδέ τα χωράφια μας γατένε, μηδέ και τα σύνορα, μηδέ και ιδέα έχουν από τα γεωργικά.
-Κάμε το σταυρό σου που δεν έχουνε ανάγκη τα χωράφια, γιατί όπως και εμάς, θα ζήσουνε μια καλύτερη ζωή στην πόλη. Σκέφτομαι να πουλήσομε λίγη περιουσία στο χωριό να τους
αγοράσομε ένα οικόπεδο στη Χώρα να στεγάσουνε τα κοπέλια μας τα όνειρά τους, είντα τα θένε τα χωράφια;
-Δε φοβάσαι να μην αλλάξουνε οι εποχές κι άμα δεν έχουνε ένα χωράφι πώς θα ζήσουνε τα κοπέλια μας; Μα πάλι εσύ 'σαι ο κουμαντάρης και πράξε όπως καταλαβαίνεις.
Με σκληρή δουλειά, με αιματηρές οικονομίες, πούλησε και περιουσία στο χωριό και αγόρασε ένα οικόπεδο. Θεμελίωσε ένα τετραώροφο. Και για να συνεχίσει τις οικοδομικές εργασίες, πούλησε κι άλλη περιουσία στο χωριό. Μα «απού δε χτίσει και δεν παντρέψει δε γατέει πώς πάει ο κόσμος».
-Γυναίκα, για να χτίσεις ένα σπίτι θέλει πολλούς παράδες, σα να βγάνεις μια τρύπα στην ταράτσα, να ρίχνεις μέσα λεφτά και να περιμένεις να γεμίσει!
-Είντα σκέφτεσαι να κάμεις;
-Η τράπεζα μου ζήτησε να βάλω υποθήκη την οικοδομή για μου δώσει δάνειο.
-Ξάσου μα εκειά που φτάξαμε τις εργασίες δεν μπορούμε να σταματήσομε. Έκαμε τα μπετά και τα χτήρια και μεταβίβασε σε πλήρη κυριότητα στα τρια του παιδιά από ένα διαμέρισμα. Χαιρότανε για το έργο τους, ένιωθαν μια ευχαρίστηση που τους αξίωσε ο Θεός σιγά σιγά να στεγάσουν τα κοπέλια τους, να τα απαλλάξουν από το μηνιάτικο κεφαλικό φόρο του ενοικίου. Καμάρωνε που είχε ανεβεί στη μεσαία τάξη.Έβαλαν τις δόσεις ίσα βάρκα, ίσα νερά. Δεν είχε ποτέ φανταστεί πως θα μπορούσανε τόσο δραματικά να αλλάξουνε τα πράματα.
Βλέποντας τη συμφορά να έρχεται προσπαθούσε να πουλήσει κάποια χωράφια, να σώσει το σπίτι, μα κανείς πια δεν ενδιαφερότανε να τα αγοράσει, η κρίση τα είχε όλα παγώσει. Παρακάλεσε να παγώσουν το δάνειο μέχρι να βρει δουλειά να μπορέσει να πουλήσει κάτιτις να εξοφλήσει, γιατί ήταν άνεργος, μα δε βρήκε ανταπόκριση. Η φτώχεια έφερε νεύρα, γκρίνια, καυγάδες, στενοχώριες, φόβους και αγωνίες που γέμισαν την ψυχή τους, και το αντρόγυνο με τους πολλούς καυγάδες είχε πια απομακρυνθεί. Τα παιδιά τους αναζητούσανε δουλειά, είχαν σπουδάσει μα ήταν άνεργα, κι όλη μέρα ήταν κλεισμένα στο σπίτι.
-Γιε μου, γιάντα δε βγαίνεις να κάμεις βόλιτα να περάσει η ώρα σου;
-Πού θα πάω πατέρα, που δεν έχω παράδες, την προηγούμενη φορά κέρασε τους καφέδες ο φίλος μου, αν θα βγούμε πρέπει εγώ να κεράσω, δεν έχω και για να μην ντρέπομαι δε βγαίνω.
Και το ηλεκτρικό και το σπίτι ήταν βουβό, σκοτεινό και παγωμένο και γρινιαστό. Ο πατέρας στενοχωρημένος έβλεπε τα όνειρα μιας ζωής και τις οικονομίες του να χάνονται, το καράβι της φαμελιάς του να βουλιάζει και το πλήρωμά του να το εγκαταλείπει για να σωθεί, είχε αρχίσει να πνίγεται στη λίμνη της μελαγχολίας. Ήταν σε κακή ηλικία, πενήντα τριών χρόνων, και συχνά έλεγε με παράπονο. «Σε κακή ηλικία με βρήκε η κρίση, δουλειά δεν μπορώ να βρω, στη σύνταξη δεν μπορώ να βγω και δε γατέω είντα θα γενώ».
Τα παιδιά τους με τη θλιβερή και δραματική κατάσταση στο πατρικό τους, δεν βλέπανε άλλη λύση μόνο τη μετανάστευση. Ζητούσαν πληροφορίες πώς και τι δικαιολογητικά χρειάζονται για να μεταναστεύσουνε όπου μπορούσανε, να βρούνε μια δουλειά να ζήσουνε. Μέσα σε αυτήν την κακομοιριά, έκαμαν οικογενειακό συμβούλιο κι ο πατέρας μάταια προσπάθησε να σταθεί στο ύψος του, αφού η ανεργία και η φτώχεια τον είχαν γκρεμίσει, μα τόλμησε, άνοιξε την κουβέντα και ρώτησε τα κοπέλια του.
-Παιδιά μου γιάντα θέτε να φύγετε, πού θα πάτε;
-Οι δικιές σας εποχές τελειώσανε, πατέρα, που πήγαινες στο βουλευτή και σε διόριζε με μοναδικό κριτήριο το ψήφο σου. Τώρα, πόδια μας βοηθάτε μας, όσοι μπορούμε θα φύγουμε για το εξωτερικό, να βρούμε δουλειά, να ζήσομε καλύτερα.
-Λιποτάχτες, μωρέ, θα γενείτε να φύγετε να μας αφήσετε αμοναχούς τσι κακομοίρες στι γεροντήδες να παλέψομε για μια καταστραμμένη πατρίδα;
-Πώς ήφυγε η δική σας γενιά απ' τα χωριά και ήρθενε στις πολιτείες;
-Εμείς δεν εφύγαμε για το εξωτερικό, φύγαμε από το χωριό και ήρθαμε στην πολιτεία, εμείναμε στην πατρίδα μας.
-Ξεχνάς πατέρα που φεύγανε και τότες καραβιές οι αργάτες και μεταναστεύανε για τη Γερμανία, τον Καναδά, την Αμερική, μέχρι την Αυστραλία είχανε πάει.
-Η γενιά μας ξαναγιάγυρε στα χώματα μας και αναστήσαμε τον τόπο μας.
-Πατέρα θωρώ τα ξέτελα και της δικής σας γενιάς, που ρημάξανε τα χωριά μας, εχερσέψανε τα χώματά μας, οι ποιο πολλοί ξεπουλήσανε τα υπάρχοντα τους και δα δεν έχουνε μηδέ γη, μηδέ σπίτι να ξαναγιαγύρουνε στα χωριά ντως και θα πεθάνουνε στην πολιτεία από την πείνα.
Δεν τον ήβανε πια το σπίτι κα για να μη συνεχίσει ο καυγάς ήδωκε των αματιών του και κατέβηκε στον Κουμπέ να πιει ένα καφέ να περάσει λίγο η ώρα του. Εκεί συνήθιζε να συχνάζει στο παραδοσιακό κεντρικό καφενείο της Χώρας, που συνταξιούχοι και χωρικοί απολαμβάνανε τον καφέ τους. Του άρεσε το συντάλαχο του καθημερινού πανηγυριού της πόλης. Χαιρότανε να ρεμβάζει από την πλακόστρωτη αυλή τον καθημερνοστόλιστο κόσμο της πολιτείας που ανεβοκατέβαινε το δρόμο της αγοράς που είναι στολισμένος με του κόσμου τα αγαθόκαλα. Τον συγκινούσε η ζωντάνια, η πολυκοσμία, τα φώτα, το πολυσύχναστο και πολύβουο στενοσόκκακο των ψαράδικων που αχάραγα της μέρας μοστράριζαν και διαλαλούσαν τα φρέσικα ψάρια. Μα και το χρώμα που έδιδαν οι μικροπωλητές που είχαν απλώσει τις πραμάτειες τους, φτωχικές γυναίκες που πουλούσαν ματσάκια τα μοσχομανουσάκια. Χαιρότανε τις μυρωδιές του φρεσκοκομένου καφέ. Τον παρηγορούσε η συντροφιά των φίλων, η έσμιξη με χωριανούς που συχνάζανε σε κείνο το στέκι και ανταλλάσανε μια μιλιά, σχολιάζανε τα νέα του χωριού και γητεύανε τον καιρό.
Είχε δεκαπενταρίσει ο Δεκέμβρης, οι μέρες μυρίζανε Χριστούγεννα. Η πόλη είχε στολιστεί με τα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια. Οι καταστηματάρχες είχαν στολίσει τις βιτρίνες των μαγαζιών, να σπείρουν τη μαγεία παλαιών ημερών, μήπως προσελκύσουν πελάτες. Προσπαθούσαν να ζεστάνουν τις καρδιές των ανθρώπων, να τους συγκινήσουν, ν' ανοίξουν τα πουγκιά, να θερμανθεί λίγο η παγωμένη αγορά, να καλύψουν λίγες τρύπες. Από τα λιγοστά χρήματα της επιδότησης του ελαιόλαδου, τα κουτσουρεμένα δώρα και από τους ψαλιδισμένους μισθούς, προσπαθούσαν να πάρουν ένα μικρό κομμάτι της πίτας.
Λίγο πριχού το μεσημέρι, ενώ κάπνιζε το σέρτικο τσιγάρο του, παρατηρούσε τον κόσμο και συλλογότανε την κατάσταση του. Κάποια στιγμή πέρασε από το μοναχικό τραπεζάκι του ένα δεκάχρονο φτωχοντυμένο κορίτσι. Με ένα παλιό ακορντεόν, αδύνατο με ξανθά μαλλιά, μαύρα μάτια, τον πλησίασε με ένα γλυκοθλιμμένο παρακλητικό μειδίαμα, παίζοντας ένα
παλιό ελληνικό τραγούδι. Στο γύρισμα και κλείσιμο του σκοπού αισθάνθηκε άσχημα που δεν μπορούσε μηδέ φτωχικά να το φιλοδωρήσει μα με συμπάθεια το ρώτησε.
-Από πού 'σαι;
-Από την Αλβανία.
-Έχεις γονείς, έχεις αδέλφια, τι οικογένεια έχεις;
-Ναι, έχω, ο πατέρας μου είναι παλιατζής και μαζώνει παλιοσίδερα από τα σκουπίδια και από τις γειτονιές, έχω ακόμη τρία πιο μικρά αδέρφια και η μάνα μου είναι άρρωστη.
-Πηγαίνεις στο σχολείο;
-Πήγαινα, μα το παράτησα γιατί πρέπει να δουλέψω για το καθημερνό μας, μα σε βλέπω στενοχωρημένο, ποιο τραγούδι θέλεις να σου παίξω;
-Λυπούμαι, μα δεν έχω παράδες να σου δώσω.
-Δεν θέλω παράδες, θέλω να σου παίξω ένα τραγούδι που να σου αρέσει, αν το ξέρω, για να χαρείς, γιατί από μακριά φαίνεσαι πολύ στεναχωρημένος, τι έχεις;
-Τι να σου πω, είσαι μικρή, μα θα σου πω το παράπονό μου αφού με ρώτησες.
Μου κάνουνε πλειστηριασμό, μου παίρνουνε το σπίτι μου και πετούνε κι εμένα και τα κοπέλια στο δρόμο.
-Μη στενοχωράσαι και εμείς ό,τι είχαμε τα χάσαμε όλα, γι' αυτό φύγαμε από την πατρίδα μας και ήρθαμε εδώ να ξεχάσομε, να ζήσομε για να μην πεθάνομε.
Τον προβληματίσανε τα λόγια της μικρής. Ένα μικρό παιδί δεν έβαλε κάτω το κεφάλι του να κλαίει τη μοίρα του, εγώ κοτζάμ άντρας τη δύσκολη ώρα πρέπει κι εγώ να παλέψω μπέτη με μπέτη, δεν πρέπει να λιποταχτήσω. Ας τα 'χασα όλα, πρέπει να ξανακάνω μια αρχή. Γύρισε στο φτωχικό του περασμένο το μεσημέρι, να μιλήσει με τη γυναίκα και παιδιά του και να βρούνε μια λύση. Μα βρήκε τη γυναίκα του κλαημένη, τα παιδιά να φτιάχνουν τις βαλίτσες τους. Ο μεγάλος γιος, ο Γιώργης, είχε σπουδάσει τα κομπιούτερ, ο ξοπίσω, ο Μανώλης, οικονομικά, μιλούσανέ δυο τρεις γλώσσες μα ήταν άνεργοι. Με απορία ρώτησε:
-Γιατί φτιάχνετε τις βαλίτσες σας; πού θα πάτε;
-Από την πρεσβεία της Αυστραλίας μας ειδοποιήσανε πως μας δέχονται και ετοιμαζόμαστε να φύγουμε.
-Κάτσετε να κάμομε τα Χριστούγεννα κι ύστερα φεύγετε.
-Πατέρα φεύγομε δεν μένομε ούτε λεφτό, ο τόπος πια δεν μάσε βάνει.
-Τα αεροπλάνα, τα βαπόρια και τα τρένα είναι γεμάτα από κόσμο που γιαγέρνουνε να σμίξουνε με τους δικούς τους να κάμουνε τσι γιορτές και εσείς είσαστε επαέ και θα φύγετε;
-Άχι πατέρα, στον τόπο μας δε γιαγέρνουνε πια οι άνθρωποι σαν παλιά, μα φεύγουνε όσοι μπορούνε να φύγουνε, να ζήσουνε μια καλύτερη ζωή.
Τα παιδιά τους πεταχτήκανε να αποχαιρετήσουν τους φίλους τους, κλούθηξε και η αδερφή τους η Μαρία και μείνανε μόνοι οι γονέοι στο σπίτι.
-Πού θα βρούμε παράδες να δώσομε στα κακορίζικα τα κοπέλια μας που αύριο θα μας αποχαιρετήσουνε;
-Πάρε τσι χρυσές λίρες, τα σκουλαρίκια, που μου τα χαρίσανε οι γονέοι μου, δώστα στο ενεχυροδανειστήριο να δώσομε των κοπελιών μας κατιτίς να μην πάνε να ζυγώνουνε δανεικά, για να φύγουνε και μόλις φύγουνε τα κοπέλια μας, θα φύγω κι εγώ.
-Πού θα πας;
-Θέλω να χωρίσομε, αυτή ζωή δεν είναι που ζούμε, έριξες το καράβι στην ξέρα, για όλα εσύ φταις, θα πάρω τη θυγατέρα μας και θα πάμε σε ένα μοναστήρι.
-Κάτσε γυναίκα, μη φύγεις, το μισο-γκρεμισμένο ξαναχτίζεται, το τελείως χαλασμένο δύσκολα ξαναφτιάχνει. Έρχονται Χριστούγεννα, τα ασερνικά μας κοπέλια φεύγουνε κι εμείς αντί να σμίξομε στην δύσκολη ώρα, θα καταλίξομε στα συσσίτια της εκκλησίας χωρισμένοι;
-Κι είντα μπορούμε να κάμομε στη συμφορά που μας βρήκε;
-Γυναίκα, πολλά μπορούμε να κάμομε αν είμαστε αγαπημένοι, να γιαγύρουνε στο χωριό η ζωή μας θα είναι πιο φτηνή, αν είμαστε μαζί αγαπημένοι και δε θα φαρμακώσομε το κακορίζικο το θηλυκό μας.
-Ντρέπομαι να γυρίσω στο χωριό να μας λυπούνται οι άνθρωποι.
-Δεν θα είμαστε οι μόνοι, γατές και πόσοι άλλοι χωριανοί θα γιαγύρουνε. Άχι,πόσο λάθος έβλεπα τα πράματα, δεν εψήφουνα τσι μόσχοβους να μη μου πάρουνε το σπίτι μου και να μου μοιράσουνε τα χωράφια μου, εκείνους που ψήφιζα και τους θεωρούσα για σωτήρες μου, αυτοί τώρα μου τα πήρανε όλα.
-Ένα τακίμι, όπως και να 'ρθουν τα πράγματα, καλοπερνούνε, εμάς τσι φτωχούς, α δε μασε φάει ο μαύρος θα μάσε φάει ο γαλανός, είπε η Καλλιώ.
-Γυναίκα, είναι κακά τα κόκκινα, μα κακά 'ναι και τα μαύρα, κάθε λίγο και λιγάκι, ανάλογα τα συμφέροντα τους, κατασκοτώνουνε και από ένα λαό και ήρθε φαίνεται και μας η σειρά μας.
Το τελευταίο βράδυ που έμεινε όλη μαζί η φαμελιά στο πατρικό, πριχού παντοτινά διασκορπιστούνε, ήταν δραματικό. Άυπνη διάβηκε η νυχτιά, στεναχωρημένος και συλλογισμένος, ο άτυχος πατέρας ντουχιούντιζε τη συμφορά που τον βρήκε, πονούσε και λυπότανε γιατί δεν μπορούσε τίποτα να κάμει να αποτρέψει τα γεγονότα. Μα και η δυστυχισμένη μάνα σιγόκλεγε, πονούσε που έβλεπε τη φαμελιά της να χορεύει το τελευταίο ταγκό, μα και τα παιδιά ήταν ολοστεναχώρετα,όλοι πονούσανε, μα και ο καθ' ένας χωριστά.
Ξημερώματα πολλοί από τη γειτονιά που το πληροφορηθήκανε σηκωθήκανε να αποχαιρετήσουνε τα παιδιά. Πικραθήκανε οι γονέοι, στεναχωρεθήκανε οι δικοί, οι φίλοι και η γειτονιά. Σκοτώθηκε η κακομοίρα η μάνα να κλαίει και να αποχαιρετά. Και του κύρη μαχαιριά να του παίζανε, θα έβγανε μια σταλιά αίμα.
-Στο καλό παλικάρια μας, καλή τύχη, η Παναγιά μαζί σας.
Μόλις φύγανε τα κοπέλια, έπεσε ο ουρανός και πλάκωσε τη δυστυχισμένη μάνα, δεν την ήβανε πια το σπίτι από τη στενοχώρια, άλλωστε ένιωθε πως δεν ήταν πια δικό τους, το έπαιρνε η τράπεζα. Ο άτυχος πατέρας, για να μη συνεχίσει ο καυγάς, πήρε τις στράτες και γύριζε χωρίς προορισμό. Λίγο μετά το μεσημέρι γύρισε στο φτωχικό του. Φώναξε της γυναίκας και της θυγατέρας του μα απόκριση δεν πήρε. Βρήκε αναστατωμένη τη ντουλάπα των ρουχών, κρυγιός αέρας μπήκε στην καρδιά του, σκοτείνιασε ο ουρανός σα δίαβασε το σημείωμα που του είχε αφήσει η γυναίκα του πάνω στο τραπέζι.
-Εμείς τελειώσαμε, πήρα τη θυγατέρα μου και έφυγα, να μη με ψάξεις, μηδέ να με ενοχλήσεις πια.
Ζαλίστηκε, σκοτείνιασε ο κόσμος, τον έπιασε το παράπονο κι άρχισε να πίνει νηστικός και βαθιά λυπημένος, ήπιε τόσο πολύ για να μην πονεί, μέθυσε και έπεσε στον καναμπέ και τον πήρε ο ύπνος. Κακόκεφος ξύπνησε το πρωί σε ένα έρημο και θλιβερό σπίτι,έκαμε ένα καφέ, τον ήπιε και έκλαιγε τη συμφορά του. Για να παρηγορηθεί η φαντασία του τον γύρισε στα πρώτα χρόνια της νιότης του, τα φτωχικά μα τρισαγαπημένα χρόνια της φαμελιάς του. Τότε που ήταν νέοι, τα κοπέλια τους ήταν μικρά και τα πήρανε να κάμουνε τα Χριστούγεννα όλοι μαζί στο χωριό. Ζούσανε οι γονέοι τους κι αχάραγα της μέρας, της παραμονής των Χριστουγέννων, μουγκρές ακουγότανε από τις γειτονιές του χωριού. Ο πατέρας του με μια συγγενική αντροπαρέα χοιρόσφαζαν τους θροφάρηδες χοίρους της δικολογιάς. Τους μαδούσαν, τους τρίβανε με ξυνολεμονόκουπες και τους κρεμούσαν στα δοκάρια. Το χωριό ήταν χαρούμενο από τις γουρουνοχαρές. Λίγο πριχού το πρόσαργο της παραμονής των Χριστουγέννων, τα παιδιά τους, μαζί με τα ξαδερφάκια τους είπαν τα κάλαντα. Τη δεύτερη των Χριστουγέννων χαρούμενοι χοικόβγανε τα σύγλινα, τα απάκια και τα λουκάνικα.
Το πατρικό τους σπίτι ήταν γεμάτο πολλά αγαθόκαλα, καράβι να κινήσει. Γυαλοκοπούσαν τα λιόλαδα στα λαδοπύθαρα, οι νταμιτζάνες ήταν γεμάτες ρακί, τα κρασοπύθαρα γλυκόπιοτο κρασί. Στα δοκάρια κρέμονταν σφαγμένος ο χοίρος για να καλοπεράσομε και να ξεσαρακοστέψομε από τη σαρανταήμερο Σαρακοστής. Είχανε το χειμοπέρβολό ντως και κόβανε ένα πράσινο φύλλο και στένανε το τσικάλι,είχανε γεμάτη τη γωνιά με χειμωνιάτικες πατάτες. Μοσχομυρίζανε τα χριστόψωμα που είχε ζυμώσει η μάνα του, ό,τι θέλανε να φάνε το είχανε και με το παραπάνω μα και όποιο σπίτι δεν είχε, του κρεμούσανε χωστά χωστά στο κερκέλι της πόρτας γιορτινά καλούδια.
Ω! Εκείνη η παραμονή των Xριστουγέννων παλιά ήταν η πιο γλυκειά παραμονή του χρόνου, ήταν σπαρμένη με μάγια και νοσταλγία και με τη χαρά της έσμιξης και της ζεστασιάς της φαμελιάς, μα φέτος είναι μόνο φαρμακερή. Λυπημένος, ώρα κολατσού, κίνησε για το χωριό και αναζητούσε τη φαμελιά του. Η Καλλιώ είχε πάρει λίγα πράματα και τη θυγατέρα της τη Μαρία και είχανε πάει στο χωριό. Δεν τους περιμένανε οι γονέοι της γιατί είχανε από χρόνια συχωρεθεί. Άνοιξε το ρημαγμένο πατρικό και μαζί με τη θυγατέρα της το καθαρίζανε. Μα στο χωριό είδε και άλλους στη δική της κατάσταση, που τα χάσανε κι αυτοί όλα, μα δεν είχαν χωρίσει και μονολόγησε. «Έκαμα λάθος που χώρισα, μα ευτυχώς που δεν έχω σε κανένα πει πράμα, θα ειδοποιήσω τον άντρα μου να 'ρθει να ξανασμίξομε». Κείνη την στιγμή φάνηκε στο πορτομάγουλο ο Μανωλάκης. Δεν είχε τίποτα άλλο να τους βαστά μοναχά λίγα λουλούδια από το κήπο τους και παρακλητικά είπε.
-Καλλιώ μου θυγατέρα μου, είντα κάνετε;
-Σε περιμέναμε. Αγκαλιαστήκαμε, κλάψανε, φιληθήκανε και φιλιόσανε.
Κοινολογήθηκε πως ξέπεσαν οικονομικά, πως τα χάσανε όλα και ξαναγυρίσανε, σαν τον άσωτο, στα πατρικά χώματα η φαμίλια του Μανωλάκη. Συγκινηθήκανε, και όσοι από τη δικολογιά τους είχανε σφάξει χοίρο, τους φιλέψανε.
-Καλλιώ, ε Καλλιώ επαέ 'στε;
-Επαέ 'μαστε μόνο κόπιασε να μας σε γειτονέψεις.
-Δε μου βολεί να κάτσω γιατί 'χω πολλές δουλειές, μόνο εσφάξανε το χοίρο μας και σας ήφερα μια γουλιά κριάς.
-Ο Θιός να σας έχει καλά.
Δίνανε και παίρνανε μέχρι την πρώτη ώρα της αποσπερίδας τα σκουτελικά στου Μανωλάκη το φτωχικό. Τους φιλέψανε όχι μόνο με κρέας μα και με περβολαρικά, κεντανέ, φυλλάδες, χειμωνιάτικες πατάτες, λεμόνια, πορτοκάλια, μανταρίνια, χριστόψωμα, κρασί και λάδι.
Σπερνό των Χριστουγέννων ο πατέρας άναψε φωτιά στο μαυρισμένο τζάκι και μέρωσε το σπίτι. Μουχλιάσματα της γης, η μάνα, άναψε τη λάμπα πετρελέου, έβαλε σε ένα γαστρί δυο κλαδιά λιβάνι, θυμιάτισε τις τέσσερεις γωνιές του φτωχικού, μοσχοβόλησε το φτωχικό της, άναψε το καντήλι της και στάθηκε στο παλιό εικονοστάσι με δακρυσμένα μάτια και παρακάλεσε την Παναγία να τους βοηθήσει στο καινούργιο τους ξεκίνημα.
Η Μαρία μεγαλωμένη στην πολιτεία απόρησε μα και μαγεύτηκε από το ήθος και το μεγαλείο της απλότητας των ανθρώπων του χωριού. Απόδιωξε τη σκέψη που τη βασάνιζε να ξενιτευτεί, όπως τα αδέρφια της και αποφάσισε να παντρευτεί, να ζήσει στον τόπο της, στο χωριό της, μια απλή, μα πιο ανθρώπινη ζωή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου