Μαθητικές ανησυχίες


Τα παιδιά που έγραψαν τα παρακάτω παραμύθια, εξ αφορμής μιας σχετικής διδασκαλίας, το 2003, πήγαιναν στην Ε΄τάξη του Δημοτικού. Σήμερα όλα τους έχουν τελειώσει ανώτατες σχολές.

  1.          Δ Ρ Α Κ Ο Π Α Ρ Α Μ Υ Θ Ι

   Μια φορά κι έναν καιρό ήταν δύο δράκοι. Τον έναν τον έλεγαν Ναρκωνατίκ και τον άλλον Τσιγαροτίκ.   Αυτοί οι δυο δράκοι σκέφτηκαν να καταστρέψουν την πόλη των ανθρώπων. Βγήκαν λοιπόν έξω στα σχολεία , στα  φροντιστήρια, στα μπαράκια, εκεί δηλαδή που πήγαιναν παιδιά και νέοι.
  Πέρασαν κι από ένα  πάρκο απ' έξω κι είδαν παιδιά αγχωμένα, λυπημένα, στενοχωρημένα. Οι δύο δράκοι λοιπόν πλησίασαν τα παιδιά και τους είπαν να μπουν στην παρέα των δράκων. Ο Ναρκωνατίκ, το αφεντικό της παρέας, τους είπε ότι θα μπουν σ' έναν κόσμο χωρίς άγχος, χωρίς έγνοιες και μόνο χαρά και ευτυχία τους περίμενε. Τα παιδιά άλλο που δεν ήθελαν. Μπήκαν στην παρέα αμέσως κιόλας.
    Δεν πέρασε πολύς καιρός και τα παιδιά έφτασαν σε σημείο να πληρώνουν τους δράκους για να τους κάνουν παρέα. Σιγά σιγά έκλεβαν για να μπουν στην παρέα.
   Τα παιδιά έφταναν προς το θάνατο κι οι δράκοι το  διασκέδαζαν συνεχίζοντας το έργο τους και με άλλα παιδιά.

                                           

                                                                   

  3.                         Η   Α Ρ Κ Ο Υ Δ Ο Π Α Ρ Ε Α
 Μια φορά κι έναν καιρό , αλλά μπορεί και σήμερα ήταν ένας αρκούδος που δεν έκανε τίποτε άλλο παρά μόνο έτρωγε και κοιμότανε και επειδή δεν είχε όνομα τον φώναζαν Αρκούδο.
  Μια μέρα λοιπόν εκεί που έτρωγε του ήρθε μια ιδέα. Να φτιάξει μια συμμορία. Σκέφτηκε πως τα μέλη της συμμορίας θα τα  έβρισκε  στο στέκι των αρκούδων που δεν ήταν σπηλιά , όπως θα περίμενε κανείς, αλλά ένα μπαρ, το αρκουδομπάρ όπως το έλεγαν εκείνοι.
   Πήγε λοιπόν εκεί ο αρκούδος που τον έλεγαν Αρκούδο γιατί δεν είχε άλλο όνομα και πλησίασε έναν γκριζωπό αρκούδο που τον έλεγαν Σκουπίδη, Σκουπ για συντομία.
_Γεια σου Σκουπ, είπε, πώς πας;
_Καλά. Εδώ μόνιμος κάτοικος του Ηρακλείου!
_Πάλι σκουπίδια έχεις;
_Είναι το συνηθισμένο μου παλτό, ξέρεις ! είπε ο Σκουπ .Δεν το βγάζω ούτε με σφαίρες.
_Ναι , εντάξει, αλλά οι κάτοικοι του Ηρακλείου διαμαρτύρονται με τα σκουπίδια σου και σε μισούν.
_Ε, και τι έγινε; Εγώ δεν έχω κανένα πρόβλημα, ίσα ίσα που με κάνουν και γελάω.
_Και δεν είναι άδικο να γελάς μόνος σου;
_Και τι να κάνω δηλαδή;
_Να κάνουμε μια συμμορία και να γελάμε όλοι μαζί!
_ Δεν ξέρω, βαριέμαι. Καλά είμαι κι εδώ.
_ Έλα τώρα Σκουπ, κάνε μου τη χάρη! Θα έχει πολύ γέλιο. Θα γίνουμε θέμα σε όλη την Κρήτη και όλοι για μας θα λένε.
_ Γεγονός σε όλη την Κρήτη και όλοι θα λένε για μας! Ααα! Αυτό είναι ωραίο. Άμα είναι έτσι , δέχομαι!
_ Ξέρεις μήπως άλλες αρκούδες που θα ήθελαν να έρθουν στη συμμορία;
_ Ουουουου! Χιλιάδες!
_ Για πες μου, κανένα;
_ Τον Κλέφ, καλέ. Να αυτόν εκεί που κάνει τον αδιάφορο. Να τον ρίξεις στην πόλη μέσα να σου την ρημάξει. Σαν να 'ναι ολόκληρη συμμορία  μοναχός του.
_ Καμιά αρκουδοκοπέλα , ξέρεις;
_ Και βέβαια! Είναι αδύνατον να μην ξέρεις την Αποχέτ!
_ Εγώ , ξέρεις , είμαι σπίτι και μόνο τρώω και κοιμάμαι.
_Έτσι πες μου! Γι' αυτό δεν ξέρεις τίποτα! Καλά εντάξει, θα σου τις γνωρίσω εγώ. Όπου να 'ναι θα έρθουν και θα σου πουν  ιστορίες με τους ανθρώπους να σκάσεις στα γέλια. Εκείνη η Αποχέτ κάνει ζημιές σε όλη την πόλη . Να δεις φίλε μου όταν βρέχει, να πλημμυρίζουν οι περισσότεροι δρόμοι και τα σπίτια των ανθρώπων. Χα, χα ,χα! Μεγάλη πλάκα έχει..
   Ο Σκουπ ήπιε μονορούφι μία Σπράιτ και συνέχισε:
_ Η Κυκλόφ, πάλι, βρίσκεται συνέχεια στους δρόμους και παίζει, εκνευρίζοντας τους οδηγούς που τους καθυστερεί από τις δουλειές τους. Η Κυκλόφ ξέρει βέβαια ότι δεν υπάρχει Σχέδιο Πόλης και το εκμεταλλεύεται.
   Αυτά και άλλα  είπαν οι δυο αρκούδοι κάνοντας σχέδια για τα παιχνίδια που θα έπαιζαν με τους Ηρακλειώτες τώρα που θα οργάνωναν την συμμορία τους και έσκαγαν στα γέλια.

                                                    

 3.                   ΛΥΚΟΠΑΡΑΜΥΘΙ
      Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας λύκος που τον έλεγαν μπαρμπα-Χασίση. Αυτός που λέτε ,ζούσε στο δάσος με την οικογένειά του.
     Η γυναίκα του ήταν μια κακιά λύκαινα, η κυρα-Ηρωΐνη. Είχε τρεις κόρες. Την πρώτη την έλεγαν Μαριχουάνα, τη δεύτερη Κοκαΐνη και τη μικρότερη ΄Εκσταση.
     Όπως όλοι οι λύκοι είχαν και αυτοί μεγάλα δόντια για να κατασπαράζουν τους ανθρώπους και ειδικά τους νέους.                                                                                         
   Κάθε πρωί έκαναν συμβούλιο για να αποφασίσουν πού θα βρουν θύματα για να φάνε.
    Αυτοί οι λύκοι ήταν μοντέρνοι. Δεν καθόταν στο δάσος να περιμένουν καμμιά κοκκινοσκουφίτσα να τη φάνε. Πήγαιναν στα Σχολεία , στα πάρκα, στα μπαρ και γενικά όπου σύχναζαν πολλοί νέοι.
      Η Έκσταση, η μικρότερη κόρη, ήταν και καλή χορεύτρια. Ξελόγιαζε τους αθώους νέους με το ζωηρό χορό της.
      Στο τέλος φώναζαν την κυρα- Ηρωΐνη, που κρατούσε πάντα μαζί της μια μεγάλη σύριγγα για να τους αποτελειώσει
   Τέτοια παιχνίδια έπαιζαν οι κακοί λύκοι με τους αθώους ανθρώπους, με αποτέλεσμα να χάνονται κάθε μέρα πολλοί νέοι παντού.
     Ας ελπίσουμε ότι κάποτε θα βρεθεί ένας καλός κυνηγός να σκοτώσει όλους αυτούς τους κακούς λύκους.            

                     

               4.         Η   Σ Υ Μ Μ Ο Ρ Ι Α    ΤΗ Σ   Π Ο Λ Η Σ

   Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια πόλη σαν τη δική μας ,ζούσε ένας δράκος που τον έλεγαν Δανιήλ, Ντάνιελ για πιο in.
   Ο Ντάνιελ δεν είχε δουλειά κι έτσι όλη τη μέρα έβλεπε τηλεόραση. Παρακολουθούσε από σίριαλ μέχρι τα πιο φοβερά θρίλερ.
  Μια νύχτα λοιπόν, καθώς έβλεπε την ταινία « Η συμμορία της Νέας Υόρκης», σκέφτηκε: Γιατί δεν κάνω κι εγώ μια συμμορία με άλλους δράκους ; Πήγε γρήγορα-γρήγορα στο μπαρ που ήταν το στέκι τους. Εκεί βρήκε το φίλο του ,το δράκο Αυτοκινητάκια.
_ Γεια σου ,Αυτοκινητάκια! Τι κάνεις;
_ Εδώ. Τα ίδια και τα ίδια!
_ Να σου πω κάτι;
_ Θέλεις να κάνουμε μια συμμορία και να την ονομάσουμε « Η συμμορία της Πόλης»;
_ Πού να τρέχουμε τώρα να τη βρούμε! Βαριέμαι!
_ Έλα σε παρακαλώ!
_ Δε θέλω!
  Ο Ντάνιελ προσπάθησε να σκεφτεί κάτι που θα άρεσε στον Αυτοκινητάκια. Το βρήκε!! Τα κανάλια! Ο Αυτοκινητάκιας πάντα ήθελε να γίνει διάσημος!
_ Άστο μωρέ. Θα μας δείξουν τα κανάλια, κιόλας! Άστο βλακεία μου!
_ Θα μας δείξουν τα κανάλια, ε;
_ Ε, δε θα μας δείξουν;
_ Άντε, θα σου κάνω το χατίρι! Επειδή σε αγαπώ!
_Ευχαριστώ! Αλλά πού θα βρούμε άλλους δράκους;
_ Ξέρω πολλούς!
_ Για πες έναν;
_ Τον Παρκινίκ. Αυτός ,φίλε μου, ξαπλώνει στους ελεύθερους χώρους και δεν αφήνει τους ανθρώπους να παρκάρουν. Ο Δεντριλίν ,πάλι; Αυτός πήγε μια φορά  και την άραξε σ' ένα πάρκο κι οι χαζοί οι άνθρωποι του κουβαλούσαν δέντρα να τρώει. Τώρα γκρινιάζουν ότι δεν έχουν πράσινο!
_ Καμμιά γυναίκα-δράκαινα, ξέρεις;
_ Φυσικά! Πού ζεις αδερφάκι μου;
_ Στη «ΦΑΡΜΑ»!
_ Ξέρω την Θαλασσίν, την Πλημμυρισίν και άλλες.
_ Θα τις φέρεις να τις γνωρίσω;
   Πήγε ο Αυτοκινητάκιας, τους μάζεψε όλους και τους έφερε να τους γνωρίσει ο Ντάνιελ.
_ Φιλαράκια, από δω ο Ντάνιελ!
_ Ντάνιελ, τα παιδιά που σου έλεγα!
_ Hello!
_ Λοιπόν παιδιά , θέλετε να συμμετέχετε στη συμμορία μας;
_ Φυσικά! Θα 'χει πλάκα. Πώς θα τη λέμε;
_ « Η συμμορία της Πόλης». Συμφωνείτε;
_ Ο.Κ. Ας δώσουμε τα χέρια.
Την επόμενη μέρα  άρχισαν οι πλάκες των δράκων στους ανθρώπους. Και κάθε βράδυ, στο στέκι τους , λέγανε τι κάνανε και γελούσαν  ως το πρωί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου