ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ


Απόσπασμα από την ομώνυμη τραγωδία του Νίκου Καζαντζάκη

Ο συγγραφέας βάζει το Φραντζή, αξιωματούχο του παλατιού και αυτόπτη μάρτυρα της Άλωσης, να διηγείται τις τελευταίες στιγμές του αυτοκράτορα.

Ολόστερνη φορά τον είδα καβαλάρη
στις πρώτες πρώτες λάμψεις της αυγής να τρέχει,
τους ξεπνεμένους μας συντρόφους να γκαρδιώνει.
Δεξά του ο δούκας Νοταράς, ζερβά του ο μέγας
Καρυστινός σαν γερο-αρχάγγελος χιμούσε,
κι ολομπροστά, με τους σαράντα Κρητικούς του,
έσκαβε στράτα μες στις σάρκες ο Χαρκούτσης.
Έλαμπαν όλοι σαν αρχάγγελοι, και τρέχαν
τα αίματα πηχτά απ' τις θεϊκές φτερούγες!
Γυρίζει ο βασιλιάς στους συντρόφους, κι ακούστη,
μες στης βαριάς σφαγής το σάλαγο, η φωνή του:
«Ομπρός, κουράγιο, αδέρφια, μη φοβάστε! Αθάνατοι
λογιούμαστε Έλληνες, ντροπή να ντροπιαστούμε!»
Μιλούσε κι έκοβε με το σπαθί του δρόμο
μες στη Τουρκιά, δεξά ζερβά, και προχωρούσε ...
Μα ξάφνου θάμπωσαν τα μάτια μου. Στις πρώτες
του ήλιου αχτίδες σαραντάπηχο είδα αράπη
βαρύ στην άγια κεφαλή μπαλτά να σκώνει.
Σέρνω φωνή, χιμώ να σκοτωθώ μαζί του-
μα πέρα μ' έσπρωξαν,με πέταξαν, και μόνο
σπαραχτικιά κραυγή γρικώ μες στην αντάρα:
«Αχ, δεν υπάρχει χριστιανός εδώ κανένας
να πάρει το κεφάλι μου;»

«Γράφτηκε για πρώτη φορά το 1944 και σε δεύτερη γραφή το 1949. Η τελική, τρίτη, γραφή του έγινε σε δεκατρισύλλαβο στίχο το Μάρτη 1951. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Εστία το 1953 με υπότιτλο "ο εθνικός θρύλος της Αλώσεως" κι έγινε όπερα απ' το Μανόλη Καλομοίρη. Παίχτηκε απ' την Εθνική Λυρική Σκηνή στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού στις 16 Αυγούστου 1962.
»Με πλαίσιο την πολιορκημένη Κωνσταντινούπολη δίνονται σε αδρές γραμμές οι κοινωνικοϊστορικές συνθήκες που οδήγησαν στην πτώση. Η ιστορική διάσταση επικρατεί σε βάρος της μεταφυσικής, που αρχικά φαινόταν σαν η μόνη διαφυγή. Κάθε ελπίδα βοήθειας απ' την Παναγία εγκαταλείπεται και ο λαός, οι άρχοντες και το ιερατείο μένουν χωρίς στήριγμα να παλέψουν με τις λίγες δυνάμεις που τους απόμειναν ενάντια στον πανίσχυρο εχθρό που τους πολιορκεί.
»Μέσα στο θρησκευτικό φανατισμό, τη δεισιδαιμονία και τη θρησκοληψία τού λαού και την απελπισμένη προσπάθεια της άρχουσας τάξης να περισώσει τα προνόμιά της, προβάλλει η ηρωική μορφή τού τελευταίου αυτοκράτορα που, ξέροντας το μάταιο της αντίστασης κι ενώ του ήταν δυνατό να σωθεί, αποδέχεται συνειδητά τη θυσία και το χρέος του. Ο μονόλογός του στο τέλος της δεύτερης πράξης είναι μεγαλειώδης από θεατρικής και νοηματικής άποψης κι εκφράζει όλο το δυναμισμό και την ψυχική του ανάταση πάνω από κάθε ελπίδα, πίστη ή φόβο.
»Στο σημείο αυτό κορυφώνεται το δραματικό στοιχείο τού έργου [ ...].»
(Από το άρθρο του Θόδωρου Γραμματά «Ξαναδιαβάζοντας το έργο του Νίκου Καζαντζάκη»
στο περιοδικό Διαβάζω, Αριθ. 51, Μάρτιος 1982.)

... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...
«Σ' εκείνη την τραγική νύχτα της 28 προς 29, τοποθετεί το έργο του ο Καζαντζάκης. Είναι οι τελευταίες ώρες της μακράς αγωνίας τού Βυζαντίου. Η σύγχυση και ο φόβος κυριαρχούν στους δρόμους της Βασιλεύουσας. Τα θεμέλια που στήριζαν τη φεουδαρχική τάξη και την αυτοκρατορική εξουσία έχουν καταρρεύσει οριστικά. Στις τάξεις και τα στρώματα του άλλοτε στέρεου Κράτους -τους ευγενείς, τον κλήρο, τον λαό και τους σκλάβους- απλώνεται η διχόνοια και ο τρόμος. Φήμες για βοήθεια από τη Δύση και για θεϊκή βοήθεια
αναμιγνύονται με άσχημους οιωνούς και κατηγορίες για παράδοση της ορθόδοξης πίστης στον Πάπα και πρόκληση της οργής τού Θεού. Ένας έξαλλος πυροβάτης διακρίνει στον αέρα τούς τρεις αρχαγγέλους της Αποκάλυψης και προφητεύει ξανά και ξανά την καταστροφή. Οι ξέφρενες κραυγές του και το άτακτο πηγαινέλα του λαού είναι τα στοιχεία που δίνουν, στην Πρώτη Πράξη, τον πίνακα της φρίκης της τελευταίας νύχτας της Κωνσταντινούπολης. Στο βάθος, η μεγαλοπρέπεια της Αγια-Σοφιάς, ο πένθιμος ήχος από τις καμπάνες και ο απόηχος των μυστικών βυζαντινών ψαλμών συμπληρώνουν το πλάνο.
»Αυτή η εικόνα προετοιμάζει την εμφάνιση της μορφής του Κωνσταντίνου, του οποίου η ευγενική ψυχή υψώνεται αγνή και θλιβερή πάνω από μια θάλασσα παθών και μικροπρεπών συμφερόντων. Η Δεύτερη Πράξη μάς παρουσιάζει διάφορες ιστορικές προσωπικότητες που έπαιξαν σημαντικό ρόλο κατά τις τελευταίες ημέρες του Βυζαντίου. Ο Αυτοκράτορας προσπαθεί να φέρει την ειρήνη μεταξύ τους και να συνεχίσει την αντίσταση ενάντια στους Οθωμανούς. Έπειτα, πρέπει να προσπαθήσει να κατευνάσει τους ευγενείς, που περισσότερο αγχώνονται να φροντίσουν τα σπίτια τους και τα φεουδαρχικά τους προνόμια παρά την άμυνα, και τον λαό που, πεινασμένος και λεηλατημένος, θέλει πρώτ' απ' όλα ψωμί και ανακωχή.
»Στη μέση της γενικής τυφλότητας, ο Κωνσταντίνος, που ήρθε στην Πόλη για να λάβει ένα στέμμα από αγκάθια και όχι αυτοκρατορικό, αρνείται να σκεφτεί την προσφορά σωτηρίας που έκανε ο Μουχαμέτης. Θα μπορούσε να απαλλάξει την πόλη από την καταστροφή· να επιστρέψει στον γλυκύ και καλλιεργημένο Μυστρά, στην Πελοπόννησο· να κρατήσει τη ζωή του και ένα θρόνο και να δημιουργήσει το κέντρο μιας νέας Ελλάδας. Όμως, θα συνεχίσει τον δρόμο της θυσίας, παρ' ότι μπορεί να είναι μάταιος. Έχει επιλέξει το πιο δύσκολο μονοπάτι. Θα υπερασπιστεί μέχρι τέλους την Πόλη που εμπιστεύτηκαν στα χέρια του, "τη χαρά κι ελπίδα όλων των Ελλήνων". Του έχουν ορίσει να παραδώσει το αυτοκρατορικό στέμμα στον αρχηγό τού Μοναστηριού της Παρθένου, τον φοβερό και φανατικό Ηγούμενο, που πιστεύει πως είναι το όργανο της θείας σωτηρίας. Όταν η διένεξη με τον άγριο μοναχό λύνεται, είναι ήδη αργά. Ο Κωνσταντίνος πηγαίνει στο πόστο του στην Πύλη τού Ρωμανού, όπου θα πεθάνει ηρωικά.
 »Η τελευταία Πράξη περιορίζεται στο να δώσει δραματική μορφή στον δημοφιλή θρύλο για τον "μαρμαρωμένο Βασιλιά", ο οποίος θα ξαναζωντανέψει την ημέρα που οι χριστιανοί θα ξαναμπούν στην Κωνσταντινούπολη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου